Επιστροφή

Η κούρασή μου τελικά δε μ’άφησε να βρω και το καλύτερο σημείο για να προφυλαχτώ από τη βροχή. Κι έτσι βολεύτηκα με αυτά που είχα βρει εκεί κοντά. Ένα δέντρο ευτυχώς είχε απλωμένα τα χαμηλότερα κλαδιά του έτσι ώστε να σχηματίζουν μια μικρή στέγη. Παραπέρα βρήκα αρκετές χούφτες από ξερά φύλλα που δεν είχαν βραχεί ακόμα. Τα πήρα και έφτιαξα μια στρώση κάτω από το κορμό του δέντρου για να ξαπλώσω από πάνω ενώ μια άλλη από μεγαλύτερα φύλλα τα έριξα πάνω μου για λίγη ζεστασιά.

Ο ύπνος δεν άργησε να με παρασύρει με τα κύμματά του στον ωκεανό των ονείρων. Όμως εγώ δεν το είχα συνειδητοποιήσει ακόμα και νόμιζα ότι είχα ξυπνήσει για τα καλά από ένα ανθρώπινο ουρλιαχτό. Σηκώθηκα και προσπάθησα να δω μέσα στο σκοτάδι από που ερχόταν. Στο μεταξύ μια ξαφνική πείνα είχε διαπεράσει το στομάχι μου και είχε ξυπνήσει για τα καλά τα ρουθούνια μου. Γι’αυτό και η περιεργία μου αυξήθηκε ακόμα περισσότερο για το τι έγινε. Έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα από κάποιους διαδρόμους που μόλις μου είχαν φανερωθεί μέσα στα δέντρα. Αφού διάλεξα την αριστερή δίοδο, ένιωθα ότι το μονοπάτι συνέχεια έστριβε προς τα δεξιά. Καθώς περπατούσα όμως εκτός από τα δέντρα υπήρχαν και ανοίγματα που με οδηγούσαν σε δωμάτια. Οι τοίχοι του κάθε δωματίου είναι φτιαγμένοι από μικρά πέτρινα τούβλα. Επίσης κάθε δωμάτιο φωτιζόταν από αναμένες δάδες. Στο πρώτο δωμάτιο υπήρχε μια μικρογραφία της σφίγγας, άψυχη, πέτρινη και γεμάτη με ρωγμές, έτοιμη να καταρεύσει. Μετά στο δεύτερο και στο τρίτο δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα υπήρχαν αντικείμενα όμως ξύλινα τραπέζια. Ειδικά στο τρίτο υπήρχε ένα σπιράλ αντικείμενο που κρεμόταν πανω από το τρεπάζι παίζοντας με το φως καθώς έκανε μια κίνηση σαν να βιδωνόταν κάπου. Στο τέταρτο δωμάτιο κάποια τουβλάκια φαινόντουσαν ότι ήταν έτοιμα να βγουν από τη θέση τους και αν τελικά τα έβγαζες μπορούσες να δεις ολόκληρο το σύμπαν από πίσω, δηλαδή αστέρια και γαλάξιες! Τελικά αφού δεν υπήρχανε άλλα ανοίγματα, ο διάδρομος έγινε πιο ίσιος ώστε να καταλήξει πάλι στο ίδιο κεντρικό σημείο από το οποίο ξεκίνησα. Η βροχή όμως πια είχε σταματήσει κι εκεί ήταν που άρχισα να διακρίνω ένα φως να έρχεται από το δεξιό μονοπάτι και στο τέλος να σχηματίζεται μια φιγούρα που το κρατούσε. Ήταν ένας άνθρωπος που έμοιαζε πάρα πολύ σε μένα και τότε κατάλαβα ότι δεν έμοιαζε απλώς με μένα, αλλά ήταν έγω. Κι εγώ τώρα μέσα από εκείνα τα ανθρώπινα μάτια που αντίκρυσα είδα τον εαυτό μου που με καρτερούσα στο κέντρο του λαβύρινθρου. Ήμουν ένας μισός άνθρωπος μισός λύκος. Το λυκίσιο κεφάλι μου δεν είχε να φοβηθεί τίποτα από κανένα λύκο, αλλά ούτε από τον άνθρωπο που είχα αντίκρυ μου. Όμως απ’ότι φάνηκε δεν ήταν αρκετό για να τον σταματήσει από τη φόρα που είχε πάρει για να με πλησιάσει ώστε να με αντιμετωπίσει. Και ήμουν αυτός, αισθανόμουν το μίσος του, και την αποφασιστικότητα με την οποία κρατούσε το σπαθί του. Απίστευτο, κρατούσα ένα σπαθί που μόλις κατάλαβα ότι είχα. Κι έπρεπε να σκοτώσω το κτήνος. Σηκώνω το σπαθί… και ξυπνώ!

Σίγουρα ένα όνειρο για πολλές ερμηνείες και εξηγήσεις. Τώρα όμως αυτό που προέχει είναι ο γυρισμός στο σπίτι…

~ από Λυκάονας στο Ιουλίου 5, 2006.

Υποβολή απάντησης