•Αυγούστου 22, 2006 •
1 σχόλιο
Δεν μου είχε μείνει μεγάλο χρονικό περιθώριο για να το περάσω ταξιδεύοντας σ’ όλη την Αγγλία, επειδή είχα αφήσει το σπίτι πίσω στην Αθήνα. Αμέσως ακολούθησα τις πληροφορίες που είχα πάρει σχετικά με τον Άγγλο συλλέκτη. Απ’ ότι φαινόταν έμενε σε μια έπαυλη σε προάστιο του Έσσεξ ανατολικά του Λονδίνου. Λίγο πολύ είχα μια ιδέα για το τι θα αντιμετώπιζα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν αντιμέτωπος με έναν συλλέκτη. Και συνήθως είναι σκληροί και αμείλικτοι. Ο άνθρωπος που θα συναντούσα δεν άνηκε στις εξαιρέσεις. Είχα ήδη κλείσει τηλεφωνικά ένα ραντεβού μαζί του γιατί ήξερα ότι δεν θα υπήρχε άλλος τρόπος να περάσω την πύλη που έχουν αυτού του είδους κτίρια. Αράδιασα κάτι τίτλους από βιβλία που ήξερα για την αξία τους, μερικά από αυτά ήδη ήταν κάτω από την ιδιοκτησία μου. Φυσικά του τράβηξα την προσοχή και πήρα αμέσως την έγκριση της πολύ κοντινής ημερομηνίας. Δηλαδή την επόμενη μέρα.
Οι οικία του ήταν όπως ακριβώς την περίμενα, ένα σωστό μέγαρο. Μόλις έδωσα το όνομά μου στη συσκευή ενδοεπικοινωνίας το κτίριο με καλωσόρισε ανοίγοντας τις πύλες του. Σκέφτηκα να περπατήσω μέχρι εκεί, αλλά βλέποντας την απόσταση από την πύλη μέχρι την πόρτα της έπαυλης κατάλαβα πόσο λάθος έκανα σ’ αυτήν την επιλογή. Ήδη είχα αρχίσει να ιδρώνω λόγω του αγγλικού καιρού. Όταν ανεβαίνει λίγο η θερμοκρασία στην Αγγλία και ειδικά το καλοκαίρι είναι σαν πραγματικός καύσωνας ο οποίος με την συνηθισμένη υγρασία κάνει τις συνθήκες ανυπόφορες. Όμως οι πρόβες για το τι θα του έλεγα στον δρόμο με βοήθησαν να ξεχαστώ και χωρίς να το καταλάβω να έχω ήδη χτυπήσει το χρυσό κουδούνι του “σπιτιού”. Η επίσκεψη μου τελικά σε αυτόν ήταν περισσότερο σύντομη απ’ όσο περίμενα. Αφού συνάντησα το δήθεν ευγενικό και αριστοκρατικό – αφ’ υψηλού – βλέμμα του, ένα βλέμμα που ήξερα καλά επειδή έχω κι εγώ το ίδιο, κατάλαβα ότι δεν είχα πολλές πιθανότητες να τον πείσω. Αναγνωρίζοντας την ομοιότητα μας στην καταγωγή (αυτή την ευγενική) δέχθηκε να κάνει μαζί μου μια διαπραγμάτευση, δηλαδή μια ανταλλαγή κάποιων τίτλων που είχα αναφέρει. Το ένα δυστυχώς ήταν ανεκτίμητης αξίας και είχε την ψηλότερη θέση στη βιβλιοθήκη μου, ένα άλλο επίσης δεν το είχα, αλλά ίσως ήξερα που να το έβρισκα. Και μάλιστα μέσα στη χώρα μου. Όμως αυτοί οι όροι δεν μου άρεσαν καθόλου. Και έβαλα πολλή προσπάθεια για να συγκρατήσω την οργή που άρχισε να ρέει στις φλέβες μου λόγω της απογοήτευσής μου. Του απάντησα με ένα ξερό «Θα το σκεφτώ» κι έφυγα.
Μου είχε μείνει ένα βράδυ ακόμα για να το περάσω στο Λονδίνο και την υπόλοιπη μέρα ξανά ξεκινούσα το ίδιο ταξίδι. αλλά αυτή τη φορά ανάποδα, δηλαδή πίσω στην Ελλάδα. Κάπως έπρεπε να εκτονώσω όλα αυτά τα επιθετικά συναισθήματα που είχα μέσα. Πηγαίνανε να μου σπάσουν το κεφάλι. Ίσως αν έβρισκα ένα θύμα; Κάτι που κάνω σπάνια πια πίσω στην Αθήνα γιατί έχω δαμάσει αρκετά αυτή την ορμή μου τα τελευταία χρόνια και μερικές φορές αρκούμε απλώς να περπατώ ανάμεσα στα σοκάκια κυνηγώντας τα θηράματά μου, αλλά ποτέ πιάνοντας τα. Η διαδικασία αυτή σίγουρα είναι επικίνδυνη και στο Λονδίνο ειδικά θα ήμουν έξω από τα νερά μου. Όμως δεν άντεχα να μην πάρω το ρίσκο. Περπάτησα τους δρόμους του Λονδίνου μέχρι τα ξημερώματα, τελικά δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ γιατί πάντα στην επόμενη γωνιά θα μου χιμούσαν κάποιοι ερασιτέχνες εγκληματίες. Μέχρι να συνειδητοποιήσουν το βαθμό του ερασιτεχνισμού τους ήταν πολύ αργά… Και το λυκόφως δεν άργησε να με επισκεφτεί ξυπνώντας την κούραση μέσα μου και την ανάγκη για τον ύπνο. Θα είχα άφθονο χρόνο για να κοιμηθώ στο τρένο. Ο ίδιος δυσάρεστος εφιάλτης όμως ήταν έτοιμος να παρουσιαστεί στον ύπνο μου για μια άλλη φορά…
Αναρτήθηκε στις Ημέρα, Νύχτα
•Ιουλίου 10, 2006 •
2 σχόλια
Δεν είναι και λίγο να βλέπεις τον άνθρωπό σου να περνάει από μια ανίατη αρρώστια κι εσύ να μην μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Αυτό δυστυχώς πέρασα κι εγώ με τη θετή μητέρα μου, ενώ πάλευε με τον καρκίνο, η οποία μου στάθηκε σαν αληθινή μητέρα. Τότε ήταν που είχα και την πρώτη συνάντηση με αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν ο νοσοκόμος που είχε έρθει σπίτι μας για να με βοηθήσει με τη μητέρα μου. Ένας άντρας με ψηλή και περήφανη κορμοστασιά, με τα μαύρα μαλλιά του λίγο πιο μακριά από το κανονικό κι ένα λακκάκι στο σαγόνι του. Αν κι ερχόταν πάντα φρεσκοξυρισμένος φορούσε πάντα μια πολύ διακριτική κολόνια που ίσα-ίσα την καταλάβαινες. Μόλις είχε τελειώσει τις ιατρικές σπουδές του κι έψαχνε εδώ κι εκεί να κάνει την πρακτική του. Ένα από τα ακριβά νοσοκομεία της Αθήνας μας τον είχαν συστήσει. Όταν τον πρωτοείδα, έφηβος ακόμα εγώ, πρέπει να ομολογήσω ότι τον φοβήθηκα λίγο, αλλά δεν πέρασε πολύ καιρός μέχρι να κερδίσει την εμπιστοσύνη και των δυο μας.
Αναγκαστικά μετά από κάποιον καιρό συμβίωσης μάθαινα όλο και πιο προσωπικά πράγματα για αυτόν. Κι αυτός νομίζω δεν άργησε να υποψιάζεται για τη διαφορετικότητα μου, και για την άγρια φύση μου. Αυτό ήταν που τον έσπρωξε να μου δείξει το ενδιαφέρον του στα μυστικιστικά και στην ιστορία τους. Όχι ότι πιστεύω πολύ σε αυτά, αλλά δεν γίνεται και να προσπεράσω τους μύθους, όπως αυτόν του Λυκάονα, (από τον οποίο πήρα και το ψευδώνυμο) και κάποια παράξενα παλαιά βιβλία που αναφέρονται σε πλάσματα που μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα σε μένα. Φυσικά, ο νοσοκόμος δεν είχε καταλάβει ακόμα ποια ήταν η πραγματική φύση μου και για αυτό μου έδειχνε αρχαίες δοξασίες σε άλλα άγρια πλάσματα που είχαν πάρει την μορφή του ανθρώπου ή το αντίστροφο.
Χωρίς να το θέλει είχε γίνει ο μέντορας μου κι εγώ μπόρεσα να ανακαλύψω περισσότερες πτυχές της προσωπικότητας μου, συγκρίνοντας τη συμπεριφορά μου με αυτά που διάβαζα. Όμως δεν άργησε να γίνει αυτό που φοβόμουν. Μετά από δυο χρόνια, ακριβώς κατά την ενηλικίωση μου, η μητέρα μου ηττήθηκε από τον μάχη της έναντι του καρκίνου κι άφησε την τελευταία πνοή στο κρεβάτι της. Εγώ δεν μπόρεσα να κρύψω την οργή μου και το κεφάλι μου πήρε λάθος στροφές κι άρχισε να επιρρίπτει κατηγορίες στον άντρα που φρόντιζε τη μητέρα μου, στον ίδιο άντρα που με βοήθησε να απαλλαγώ από τις ενοχές που είχα για την κρυφή ταυτότητά μου. ότι αυτός έφταιγε που εγώ δεν στάθηκα περισσότερο δίπλα στη μητέρα μου γιατί με έκανε να απορροφηθώ με τον εαυτό μου. Κι αυτή η οργή φάνηκε. Αναμένομενο ήταν να τρομάξει με αυτό που είδε. Ευτυχώς δεν είδε και πολλά πράγματα λόγω της νύχτας και των σκιών. Αλλά άκουσε. Πάντως μετά από εκείνη τη νύχτα που τον έδιωξα δεν ξαναείχα νέα του, μέχρι πριν μερικές μέρες που τον είδα. Τώρα πια 10 χρόνια μετά τα μαλλιά του στα πλάγια είχαν γίνει γκρίζα και η κορμοστασιά του είχε λίγο συρικνωθεί, αν και ένας μικρός φόβος κι ένα άγχος πάλι τύλιξε την καρδιά μου σαν αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Δεν είπαμε πολλά, και δεν νομίζω να ήθελε να μάθει περισσότερα. Τουλάχιστον ξέρουμε ότι είμαστε και οι δυο καλά. Αυτός τώρα οικογενειάρχης κι εγώ ακόμα στο σπίτι της μητέρας μου. Αυτό σημαίνει, όπως του είπα, ότι όποτε θέλει μπορεί να έρθει να με δει. Στο τέλος της συζήτησης όταν χαιρετηστίκαμε του είπα ότι έκανα λάθος που τον κατηγόρησα έτσι και μου είπε ότι με έχει συγχωρέσει.. όμως εκτός από το φόβο που του είχα δημιουργήσει εξαιτίας της τελευταίας νύχτας αισθάνθηκα και τη στεναχώρια του κι ένα δάκρυ έτοιμο να κυλήσει από το αριστερό του μάτι.
Αναρτήθηκε στις Αναμνήσεις